βαλλαντιοτόμος

βαλλαντιο-τόμος, ,
A cutpurse, footpad, Ecphantid.4, TeleclId.15, Aeschin.3.207, v. l. in Pl.R.552d (leg. βαλλαντιᾱτόμοι (βαλ- codd. AF)); τοῖσι βαλλαντιοτόμοις, prob. for τοῖς βαλαντιοτόμοις, Ar.Ra.772.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαλλαντιοτόμος — cutpurse masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλλαντιοτόμοι — βαλλαντιοτόμος cutpurse masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλλαντιοτόμοις — βαλλαντιοτόμος cutpurse masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλλαντιοτόμον — βαλλαντιοτόμος cutpurse masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -τόμος — Α β συνθετικό παροξύτονων και προπαροξύτονων ουσιαστικών και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στη λ. τόμος* «τεμάχιο, τμήμα, κομμάτι» (< τέμνω). Τα παροξύτονα ονόματα σε τόμος είναι αντικειμενικά σύνθετα με α… …   Dictionary of Greek

  • γεωτόμος — γεωτόμος, ον (Α) αυτός που οργώνει τη γη. [ΕΤΥΜΟΛ. < γεω (< γη) + τόμος < τόμος < τέμνω (πρβλ. βαλλαντιοτόμος, υλατόμος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.